Ο καιρός μπορεί να επηρεάζει περισσότερο απ’ όσο πιστεύαμε τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε, κοιμόμαστε και λειτουργούμε.
Νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Journal of Affective Disorders εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στη μέγιστη ημερήσια εξωτερική θερμοκρασία και τις διακυμάνσεις στη συναισθηματική κατάσταση, την ενέργεια, το άγχος και την ποιότητα του ύπνου.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι υπάρχει μετρήσιμη συσχέτιση, η οποία φαίνεται πιο έντονη σε ανθρώπους με ιστορικό διαταραχών διάθεσης, όπως η διπολική διαταραχή και η κατάθλιψη.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 452 άτομα, ηλικίας 11 έως 85 ετών, από την περιοχή της Ουάσινγκτον και των γύρω πολιτειών.
Οι απαντήσεις συνδυάστηκαν με τοπικά μετεωρολογικά δεδομένα για τη μέγιστη ημερήσια εξωτερική θερμοκρασία και τη νεφοκάλυψη, ώστε να εξεταστεί αν οι μεταβολές του υδράργυρου σχετίζονται με την καθημερινή ευεξία, ανεξάρτητα από την έκθεση στο φως.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Την άνοιξη, οι υψηλότερες θερμοκρασίες σχετίστηκαν με καλύτερη συναισθηματική κατάσταση, περισσότερη ενέργεια και βελτιωμένη ποιότητα ύπνου σε άτομα με διπολική διαταραχή και κατάθλιψη.
Συγκεκριμένα, άνοδος του υδράργυρου κατά 5 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τη διάμεση εποχική τιμή συνδέθηκε, στους συμμετέχοντες με διπολική διαταραχή, με μείωση της λύπης κατά 5,7%, αύξηση της ενέργειας κατά 4,5% και καλύτερο ύπνο κατά 5,4%.
Στα άτομα με κατάθλιψη, η αντίστοιχη μεταβολή σχετίστηκε με μείωση της λύπης κατά 4,3%, αύξηση της ενέργειας κατά 2,2% και καλύτερο ύπνο κατά 6,3%.
Το φθινόπωρο, όμως, η εικόνα ήταν πιο σύνθετη. Στα άτομα με διπολική διαταραχή, τόσο οι υψηλότερες όσο και οι χαμηλότερες τιμές σε σχέση με τον εποχικό μέσο όρο συνδέθηκαν με λιγότερη λύπη και άγχος και με περισσότερη ενέργεια.
Ο Δρ. Dey περιέγραψε το εύρημα ως μη γραμμική σχέση. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί η απλή διάκριση «περισσότερη ζέστη» ή «περισσότερο κρύο». «Το φθινόπωρο, διαπιστώσαμε ότι τόσο οι υψηλότερες όσο και οι χαμηλότερες αποκλίσεις από τις αναμενόμενες τιμές μπορούσαν να συνδέονται με θετικά αποτελέσματα. Αυτό είναι κάτι που πρέπει ακόμη να κατανοήσουμε καλύτερα», σημείωσε.
Γιατί έχει σημασία
Η εποχικότητα στην ψυχική υγεία έχει συνδεθεί παραδοσιακά κυρίως με το φως, ιδίως με τη μείωση της ηλιοφάνειας τον χειμώνα. Η παρούσα έρευνα δείχνει ότι η θερμοκρασία μπορεί να αποτελεί έναν ξεχωριστό περιβαλλοντικό παράγοντα που αξίζει να λαμβάνεται υπόψη.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία για τα άτομα με διαταραχές διάθεσης, τα οποία φαίνεται να είναι πιο ευαίσθητα στις περιβαλλοντικές μεταβολές. Σύμφωνα με τους ερευνητές, ειδικά η διπολική διαταραχή ενδέχεται να συνδέεται με αυξημένη αντιδραστικότητα όχι μόνο στο φως, αλλά και στις αλλαγές του καιρού.
Τι μπορεί να σημαίνει για το μέλλον
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι, σε μια περίοδο ολοένα και μεγαλύτερης κλιματικής αστάθειας, η κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στο περιβάλλον και την ψυχική υγεία καθίσταται επιτακτική.
«Καθώς η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη διακύμανση της θερμοκρασίας από μέρα σε μέρα, η ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο οι περιβαλλοντικές συνθήκες επηρεάζουν την ψυχική υγεία ανάγεται σε σημαντική προτεραιότητα για τη δημόσια υγεία», δήλωσε η Δρ. Kathleen Merikangas, ερευνήτρια των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ και επικεφαλής της μελέτης.
Στο μέλλον, δεδομένα όπως η θερμοκρασία, η έκθεση στο φως, η ατμοσφαιρική ρύπανση, η υγρασία ή η πρόσβαση σε χώρους πρασίνου θα μπορούσαν να συνδυάζονται με ψηφιακά εργαλεία παρακολούθησης της ψυχικής υγείας. Έτσι, οι γιατροί θα δύνανται ενδεχομένως να εντοπίζουν περιόδους αυξημένου κινδύνου για ορισμένους ασθενείς.
ΠΗΓΗ ygeiamou.gr

