Το πορθμείο Ρίου-Αντιρρίου παραμένει σε λειτουργία δύο δεκαετίες μετά την ολοκλήρωση της γέφυρας που γεφυρώνει τις δύο παράκτιες περιοχές. Η δύσκολη συνύπαρξη του με ένα σύγχρονο έργο υποδομής δεν αποδείχθηκε καταστροφική, όπως ίσως αρχικά φοβόμαστε. Αντίθετα, ο σταθμός διατηρεί σταθερή δραστηριότητα με έξι φέρι μποτ και 70 εργαζόμενους.
Η διατήρηση του πορθμείου ως λειτουργικής εναλλακτικής οδηγεί σε σημαντικά συμπεράσματα για τη δομή των δημόσιων υπηρεσιών και των εργασιακών θέσεων στον τομέα των μεταφορών. Παρά την ύπαρξη της γέφυρας, το πορθμείο δεν μόνο επιβίωσε αλλά κατάφερε να αντέχει οικονομικά στις αλλαγές του περιβάλλοντος και στις προκλήσεις που ενέχει η συνύπαρξη με έναν ισχυρό ανταγωνιστή.
Ένας παράγοντας που συμβάλλει στη συνέχεια του πορθμείου είναι το κόστος διέλευσης. Το χαμηλότερο κόστος της θαλάσσιας διαδρομής σε σχέση με τη γέφυρα παραμένει ελκυστικό για περιοδικούς χρήστες και ταξιδιώτες που αναζητούν οικονομικές λύσεις. Επιπλέον, οι αυξήσεις στα διόδια της γέφυρας έχουν διατηρήσει τη ζήτηση για το πορθμείο σε σχετικά υψηλά επίπεδα.
Η πραγματικότητα της ελληνικής υποδομής δείχνει ότι η συνύπαρξη δύο μέσων μεταφοράς δεν είναι αναγκαστικά αρνητική για το ένα εκ των δύο. Το πορθμείο Ρίου-Αντιρρίου αποτελεί παράδειγμα πώς η αναγνώριση του ρόλου του, η διατήρηση της δυνατότητάς του να εξυπηρετεί ένα τμήμα της ζήτησης και η προσαρμογή στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον είναι ζητήματα που μπορούν να συνδυαστούν με επιτυχία. Με τη διατήρησή του, η περιοχή διατηρεί επιπλέον 70 θέσεις εργασίας και μία εναλλακτική επιλογή για τους ταξιδιώτες που διασχίζουν τον Κορινθιακό κόλπο.

