Προσωρινά κρατούμενοι κρίθηκαν, με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα, οι δύο 42χρονοι συλληφθέντες για την υπόθεση του εμπρησμού του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου το 2010.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η απόφαση για την προφυλάκισή τους βασίστηκε στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αξιόποινων πράξεων που τους αποδίδονται, ενώ οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν επίσης ύποπτοι για την τέλεση νέων αδικημάτων.
Τι υποστήριξαν οι κατηγορούμενοι
Κατά τη διάρκεια της απολογίας τους, και οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά όλες τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται, υποστηρίζοντας πως δεν βρίσκονταν έξω από το υποκατάστημα της τράπεζας τη μοιραία ημέρα:
-
Ο πρώτος κατηγορούμενος, στον οποίο αποδίδεται η θραύση της υαλοπίνακας της Marfin με τη χρήση βαριοπούλας, υποστήριξε ότι συμμετείχε μεν στη μεγάλη πορεία της 5ης Μαΐου 2010, αλλά αποχώρησε αμέσως μόλις ξεκίνησαν τα επεισόδια.
-
Ο δεύτερος κατηγορούμενος δήλωσε επίσης ότι έδωσε το «παρών» στη συγκεκριμένη διαδήλωση, ωστόσο ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε εντελώς διαφορετικό σημείο από αυτό που του καταλογίζουν οι αρχές.
Το κατηγορητήριο και η στάση της υπεράσπισης
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., οι ρόλοι στην εμπρηστική επίθεση επιμερίζονται ως εξής:
-
Ο 42χρονος Κ.Σ. κατηγορείται ότι έσπασε τη βιτρίνα, ενώ ένα ακόμη πρόσωπο (που δεν έχει ταυτοποιηθεί επίσημα) πέταξε τη βόμβα μολότοφ.
-
Ο 42χρονος Ε.Α. φέρεται να είχε τον ρόλο του καθοδηγητή, δίνοντας σχετικές οδηγίες στο σημείο.
-
Μία 46χρονη γυναίκα (Ε.Α.), η οποία εντοπίστηκε και συνελήφθη στη Μεγάλη Βρετανία (και έχει αποφασιστεί η έκδοσή της στην Ελλάδα), φέρεται να μετέφερε το σακίδιο με τις βόμβες μολότοφ, εφοδιάζοντας τους υπόλοιπους δράστες.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων αμφισβητούν έντονα τη βασιμότητα των στοιχείων. Η δικηγόρος Άννυ Παπαρούσου έκανε λόγο για «κατασκευασμένη υπόθεση» (σκευωρία), επισημαίνοντας ότι η δικογραφία στηρίζεται σε ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) και σε μια έκθεση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών η οποία, όπως ανέφερε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει απόλυτη ταυτοποίηση των προσώπων.

