Μία ανησυχητική έρευνα για τον χανταϊό βλέπει τις φως της δημοσιότητας, σύμφωνα με την οποία ο χανταϊός μπορεί να παραμείνει στο ανθρώπινο σπέρμα για έως και έξι χρόνια μετά τη μόλυνση και ενδέχεται να ενέχει κίνδυνο σεξουαλικής μετάδοσης. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα ευρήματα αυτά ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέες οδηγίες δημόσιας υγείας για τους άνδρες που έχουν νοσήσει από τον χανταϊό.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το ελβετικό κυβερνητικό ινστιτούτο Spiez Laboratory, το οποίο ειδικεύεται στην αντιμετώπιση βιολογικών, χημικών και πυρηνικών απειλών, και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Viruses. Οι επιστήμονες εξέτασαν την περίπτωση ενός 55χρονου Ελβετού άνδρα που είχε μολυνθεί από το στέλεχος Άνδεων του χανταϊού κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στη Νότια Αμερική. Παρότι οι εξετάσεις έδειξαν ότι δεν υπήρχε πλέον κανένα ίχνος του ιού στο αίμα, στα ούρα ή στο αναπνευστικό του σύστημα, οι ερευνητές εντόπισαν γενετικό υλικό του ιού στο σπέρμα του ακόμη και 71 μήνες μετά τη μόλυνση – σχεδόν έξι χρόνια αργότερα.
Στη μελέτη επισημαίνεται ότι οι όρχεις μπορούν να λειτουργήσουν ως «ρεζερβουάρ» ή «ασφαλές καταφύγιο» για ορισμένους ιούς, επιτρέποντάς τους να παραμένουν στο σώμα χωρίς να ανιχνεύονται εύκολα από το ανοσοποιητικό σύστημα. Παρόμοια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί και με άλλους επικίνδυνους ιούς, όπως ο Έμπολα και ο Ζίκα.
Δυνατότητα σεξουαλικής μετάδοσης
«Συνολικά, τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι ο ιός των Άνδεων έχει τη δυνατότητα σεξουαλικής μετάδοσης», αναφέρει χαρακτηριστικά η μελέτη του 2023, αν και μέχρι σήμερα δεν έχει καταγραφεί επιβεβαιωμένο περιστατικό μετάδοσης μέσω σεξουαλικής επαφής.
Οι επιστήμονες εξηγούν ότι τα σπερματοζωάρια προστατεύονται από το ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς είναι απαραίτητα για την ανθρώπινη αναπαραγωγή. Ωστόσο, αυτό το φυσικό «προστατευτικό περιβάλλον» μπορεί παράλληλα να επιτρέπει και την επιβίωση ιών για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

