Μετωπική επίθεση στην κυβέρνηση για το κύμα ακρίβειας που συνεχίζει να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξαπολύει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης, καταθέτοντας επίκαιρη ερώτηση προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Με αιχμηρή διατύπωση, ο κ. Ανδρουλάκης καλεί τον πρωθυπουργό να απαντήσει εάν προτίθεται να λάβει ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας ή αν θα συνεχίσει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, να «λυπάται και να θυμώνει» για τη συρρίκνωση των εισοδημάτων των πολιτών.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπενθυμίζει ότι κατά τη συζήτηση αντίστοιχης επίκαιρης ερώτησης τον Νοέμβριο του 2025, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αποδώσει τις ανατιμήσεις κυρίως σε διεθνείς παράγοντες, όπως οι επιπτώσεις της πανδημίας και η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η Ελλάδα εμφάνιζε χαμηλότερο σωρευτικό πληθωρισμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Έξι μήνες αργότερα, σύμφωνα με τον Νίκο Ανδρουλάκη, οι πολίτες δεν έχουν δει καμία ουσιαστική βελτίωση στην καθημερινότητά τους, ενώ η κυβέρνηση εξακολουθεί να εξαγγέλλει μέτρα που δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη ρίζα του.
Στην ερώτησή του αναφέρεται στις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου που εκδόθηκαν την άνοιξη του 2026 για τον περιορισμό της κερδοσκοπίας και τη στήριξη των πολιτών απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος, υποστηρίζοντας ότι τα αποτελέσματά τους δεν αποτυπώθηκαν στις τιμές που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές.
Παράλληλα, ασκεί κριτική στην παρουσίαση της νέας πλατφόρμας σύγκρισης τιμών «PosoKanei», η οποία κόστισε, όπως σημειώνει, 370.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, χαρακτηρίζοντάς την ουσιαστικά ως μια αναβαθμισμένη εκδοχή του ήδη υπάρχοντος «e-Καταναλωτής».
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην πρόσφατη κυβερνητική απόφαση να μην παραταθεί το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων, μετά τη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιουνίου με φορείς της αγοράς. Κατά τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, η επιλογή αυτή ισοδυναμεί με «παράταση της ακρίβειας», καθώς στηρίζεται αποκλειστικά στις δεσμεύσεις της αγοράς για διατήρηση των τιμών στα σημερινά επίπεδα.
Ο κ. Ανδρουλάκης επικαλείται επίσης στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα καταγράφει επί έξι συνεχόμενους μήνες υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπογραμμίζει ότι τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2026 ο πληθωρισμός στη χώρα έφτασε το 4,6% και 4,9% αντίστοιχα, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφωνόταν στο 3% και 3,2%.
Παράλληλα σημειώνει ότι από το 2019 έως τον Απρίλιο του 2026 οι τιμές των τροφίμων στην Ελλάδα αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 42,4%, ποσοστό υψηλότερο τόσο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της Ευρωζώνης.
Στο στόχαστρο του προέδρου του ΠΑΣΟΚ μπαίνει και το ζήτημα της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Επικαλούμενος τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, τονίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με τη Βουλγαρία, όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο στεγαστικό πρόβλημα, επισημαίνοντας ότι οι τιμές των κατοικιών έχουν ξεπεράσει τα επίπεδα του 2007, ενώ τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 10% μόνο μέσα στο 2025, μετά από συνολική αύξηση περίπου 50% την προηγούμενη τετραετία.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τα δημοσιονομικά πλεονάσματα την ώρα που τα ελληνικά νοικοκυριά βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται, τις οφειλές προς τράπεζες, funds, Δημόσιο και ΕΦΚΑ να αυξάνονται και το κόστος ζωής να παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
Κλείνοντας την επίκαιρη ερώτησή του, καλεί τον πρωθυπουργό να απαντήσει αν προτίθεται να αλλάξει συνολικά το μείγμα οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης ώστε να λειτουργεί ως ανάχωμα στην ακρίβεια και αν είναι διατεθειμένος να υιοθετήσει ουσιαστικές παρεμβάσεις για την καταπολέμηση της αισχροκέρδειας, την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών και τη βιώσιμη ρύθμιση των χρεών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Η νέα κοινοβουλευτική παρέμβαση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ αναμένεται να πυροδοτήσει νέα πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το μεγαλύτερο πρόβλημα που εξακολουθούν να καταγράφουν οι πολίτες στις δημοσκοπήσεις, την ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος ζωής.

