Ο «αντιληπτός πληθωρισμός» στην Ελλάδα κινήθηκε σε πολύ υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, φτάνοντας το 10,1% το τελευταίο δωδεκάμηνο, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,5%, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η συγκεκριμένη μέτρηση αποτυπώνει το πώς βιώνουν οι ίδιοι οι καταναλωτές τις αυξήσεις των τιμών στην καθημερινότητά τους. Σε αντίθεση με τον επίσημο πληθωρισμό, που βασίζεται σε ένα τυποποιημένο «καλάθι» αγαθών, ο αντιληπτός πληθωρισμός διαμορφώνεται από τις προσωπικές δαπάνες και εμπειρίες. Έτσι, οι αυξήσεις σε βασικά αγαθά όπως τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκια και μετακινήσεις έχουν δυσανάλογα μεγάλο βάρος στην αίσθηση που σχηματίζουν τα νοικοκυριά.
Σε επίπεδο Ευρωζώνης, οι καταναλωτές εκτίμησαν ότι ο πληθωρισμός το προηγούμενο έτος κυμάνθηκε στο 3,5%, ενώ οι προσδοκίες για το επόμενο δωδεκάμηνο αυξήθηκαν στο 4%, από 2,5% τον προηγούμενο μήνα. Η άνοδος αυτή συνδέεται με τις διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα με την αύξηση των τιμών στην ενέργεια, η οποία επηρεάζει συνολικά το κόστος ζωής.
Παρά την ενίσχυση των προσδοκιών, η απόσταση μεταξύ αντίληψης και πραγματικών στοιχείων στην Ευρωζώνη παραμένει σχετικά περιορισμένη. Ο επίσημος πληθωρισμός διαμορφώθηκε περίπου στο 2,6%, γεγονός που σημαίνει ότι η διαφορά με τον αντιληπτό πληθωρισμό είναι μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας.
Η εικόνα στην Ελλάδα είναι εντελώς διαφορετική. Ο αντιληπτός πληθωρισμός αγγίζει το 10,1%, όταν ο επίσημος δείκτης τιμών καταναλωτή κινείται περίπου στο 3%–3,4%. Με άλλα λόγια, η αίσθηση ακρίβειας που βιώνουν τα νοικοκυριά είναι περίπου τριπλάσια από αυτή που καταγράφουν τα στατιστικά στοιχεία.
Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι προσδοκίες για το επόμενο διάστημα. Οι Έλληνες καταναλωτές εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί κοντά στο 10% το επόμενο δωδεκάμηνο, υπερδιπλάσιος σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις τους πριν από λίγους μήνες. Οι προβλέψεις αυτές απέχουν σημαντικά από τις επίσημες εκτιμήσεις των θεσμών, καθώς η Τράπεζα της Ελλάδας τοποθετεί τον πληθωρισμό κοντά στο 3,1% για το 2026.
Η μεγάλη αυτή απόκλιση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τη συνεχιζόμενη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα. Αν και καταγράφεται ονομαστική αύξηση των εισοδημάτων, η αγοραστική δύναμη δεν ακολουθεί, καθώς οι τιμές σε βασικά αγαθά αυξάνονται ταχύτερα. Αυτό ενισχύει την αίσθηση οικονομικής ασφυξίας και τροφοδοτεί την απαισιοδοξία των καταναλωτών.
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών έχει αυξηθεί σε ονομαστικούς όρους, φτάνοντας σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα πριν από την οικονομική κρίση. Ωστόσο, σε πραγματικούς όρους, η εικόνα παραμένει ασθενής. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης, με επίπεδα σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αντίφαση είναι σαφής: τα εισοδήματα εμφανίζονται να αυξάνονται στα χαρτιά, αλλά η καθημερινότητα των πολιτών δείχνει το αντίθετο. Και αυτή ακριβώς η απόσταση μεταξύ στατιστικής και πραγματικότητας είναι που αποτυπώνεται στον «αντιληπτό πληθωρισμό».

